Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
11 / 8 / 2021

Στο προηγούμενο post είχα υποσχεθεί ότι θα ανέφερα ορισμένα από τα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια τα οποία θεώρησα συναρπαστικά και πραγματικά ενδιαφέροντα. Από εκείνα τα μυθιστορήματα που, όταν φτάσεις στο τέλος, λες: Γαμώτο! Γιατί τελείωσε;;

Είναι τα εξής:

Fire & Blood. Δεν περίμενα ότι θα ήταν τόσο καλό, κρίνοντας από τα δύο τελευταία του Song of Ice and Fire τα οποία μου είχαν φανεί ανιαρά και άσκοπα. Έχω γράψει βιβλιοκριτική.

The Pearl Saga (The Ring of Five Dragons, The Veil of A Thousand Tears, The Cage of Nine Banestones). Και γι’αυτό έχω γράψει βιβλιοκριτική. Είναι μια τριλογία που παρουσιάζει αξιοσημείωτη προσπάθεια πρωτοτυπίας στη διεθνή φανταστική λογοτεχνία.

Sea of Ghosts και The Art of Hunting. Το ένα είναι συνέχεια του άλλου. Θα ακολουθήσει και τρίτο, αλλά ακόμα ο συγγραφέας δεν το έχει γράψει (την τελευταία φορά που κοίταξα, τουλάχιστον), αλλιώς θα το είχα ήδη διαβάσει. Ακόμα μια ιστορία πέρα από τα συμβατικά, βαρετά πλαίσια της φανταστικής λογοτεχνίας. Έχει κάτι τελείως τρελές ιδέες που σε κρατάνε κολλημένο στην αφήγηση, και κάτι τελείως τρελούς και παλαβούς χαρακτήρες. Πλοκή γεμάτη εκπλήξεις. Δεν έχω γράψει βιβλιοκριτική αλλά λέω κάποια πράγματα εδώ.

The Great Book of Amber. Εντάξει, αυτό δεν το διάβασα τώρα για πρώτη φορά αλλά έκανα επανάληψη, και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Ρίξτε μια ματιά και στη βιβλιοκριτική μου. Πραγματικά, σκέφτομαι να το ξαναδιαβάσω κάποια στιγμή σύντομα. Δε νομίζω ότι μπορώ να το βαρεθώ ή να πάψω να το ερωτεύομαι ολοένα και περισσότερο με κάθε ανάγνωση.

A Voyage to Arcturus. Πολύ παράξενο βιβλίο. Ακόμα και γι’αυτό μόνο αξίζει.

Desolation Road. Ακόμα ένα ανεπανάληπτο βιβλίο (και το λέω αυτό και το εννοώ – ανεπανάληπτο – έχοντας διαβάσει και άλλα του συγγραφέα) που διάβασα το 2017.

Αξιοσημείωτη, επίσης, είναι η σειρά του Dray Prescot, που με έχει συνεπάρει, ειδικά μετά τους πρώτους 5 τίτλους, και κάθε χρονιά τελευταία διαβάζω και μερικά από αυτά τα βιβλία. (Το καθένα είναι πολύ μικρό, αλλά είναι πάρα πολλά στο σύνολό τους.)

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]